Αγγελική Γιαννακίδου, η ξενομερίτισσα που φώτισε τον πολιτισμικό πλούτο της Θράκης

Αγγελική Γιαννακίδου η ξενομερίτισσα που φώτισε τον πολιτισμικό πλούτο της Θράκης
Φωτογραφία: Χριστίνα Γεωργιάδου

Η ιδρύτρια και πρόεδρος του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης που αγάπησε τη Θράκη, την έκανε πατρίδα της και έμαθε όλο τον κόσμο να τη βλέπει με τα δικά της μάτια, απέσπασε το τιμητικό βραβείο του Γαστρονόμου για το 2023.

Όταν η Αγγελική Γιαννακίδου έφτασε στη Θράκη στα τέλη της δεκαετίας του ’60, νέα κοπέλα τότε, κανείς, ούτε ίσως και η ίδια, δεν περίμενε ότι το όνομά της θα ταυτιζόταν με τον τόπο.

Η Θράκη ανοίχτηκε μπροστά στα μάτια της Αγγελικής Γιαννακίδου με όλη της τη γοητεία και τη μαγεία, κι εκείνη βάλθηκε να τη γνωρίσει και να την αναδείξει σε όλη την Ελλάδα και τον κόσμο. Δεν υπάρχει τομέας του πολιτισμού, της λαογραφίας, της ανθρωπολογίας και της γαστρονομίας της Θράκης που να μην τον έχει ανακαλύψει σε όλη του τη λεπτομέρεια και να μην την έχει συναρπάσει. Αν θέλαμε να θέσουμε ένα σημείο εκκίνησης της πολυεπίπεδης δράσης της, αυτό θα ήταν η ίδρυση το 2002 από την ίδια του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης, στην Αλεξανδρούπολη, σε ιστορικό κτίριο της πόλης, με ηλικία άνω του ενάμιση αιώνα, που ανήκε στον Εμμανουήλ Αλτιναλμάζη.

Ήταν ένα επίτευγμα που έφερε εις πέρας με τεράστια προσωπική προσπάθεια, κόπο. Εκεί, αξιοποιώντας την αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα του κτιρίου, συγκέντρωσε σπάνια εκθέματα από κάθε γωνιά της Θράκης που συνέλεγε η ίδια επί πολλά χρόνια, όταν διαπίστωσε ότι η ραγδαία κοινωνική αλλαγή στην ελληνική ύπαιθρο θα έφερνε συνακόλουθα την εγκατάλειψη του παραδοσιακού τρόπου ζωής.

Σημαντικό επίτευγμα του τεράστιου ψηφιδωτού δράσεων της Αγγελικής Γιαννακίδου είναι ότι φέρνει στο φως τον πολιτισμικό πλούτο της Θράκης και αναδεικνύει τη σπάνια πολιτισμική της ταυτότητα. / φωτογραφία: Χριστίνα Γεωργιάδου

Σκεύη, εργαλεία, φορεσιές και αντικείμενα που σχετίζονταν άμεσα με παραδοσιακά επαγγέλματα και ασχολίες, άρχισαν να πετιούνται και να καταστρέφονται, και η Αγγελική Γιαννακίδου βάλθηκε να σώσει όσα περισσότερα μπορούσε και να τα διαφυλάξει στους εντυπωσιακούς χώρους του μουσείου. Τονίζεται εδώ πως πρόκειται για το πρώτο μουσείο με Τμήμα Διατροφής στην Ελλάδα, που συγκεντρώνει μια μεγάλη γκάμα από σκεύη και εξοπλισμό που αφορούν άμεσα τη γαστρονομική κουλτούρα της Θράκης και αποτελούν τα πιο σπάνια εκθέματα του μουσείου. Σε όλα αυτά θα πρέπει να υπολογίσει κανείς τα ακόμα περισσότερα αντικείμενα που φυλάσσονται στις αποθήκες του μουσείου και αναζητούν χώρο για να αποκαλυφθούν. Σκοπός της δεν ήταν απλώς η συλλογή άψυχων αντικειμένων μέσα από άνευρες ξεναγήσεις, αλλά η καταγραφή, η διάσωση και η αναβίωση ασχολιών και τεχνών από χρόνια ξεχασμένων και το ζωντάνεμά τους στα μάτια που επισκέπτη.

Η Αγγελική Γιαννακίδου με Πομάκες, με τις οποίες αναβιώνει παραδοσιακά κεντήματα της περιοχής στο Μεγάλο Δέρειο Έβρου./ φωτογραφία: Χριστίνα Γεωργιάδου

Όλα τα εκθέματα συγκεντρώθηκαν με το σκεπτικό πως δεν πρέπει να είναι μόνο σπάνια, αλλά και να καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα του πρωτογενούς, του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα της Θράκης και του Έβρου και να προέρχονται από κάθε εθνοτική ομάδα που απαρτίζει τον πληθυσμό της ευρείας αυτής περιοχής. Τα ερευνητικά και διαδραστικά εκπαιδευτικά προγράμματα του μουσείου για κάθε ηλικία, σε σχέση με τον τομέα της διατροφής, θεωρούνται πρότυπα.

Εντοπίζει τεχνίτες, με τους οποίους αναβιώνει παραδοσιακές τέχνες και τεχνικές του τοπικού λαϊκού πολιτισμού./ φωτογραφία: Αρχείο Αγγελικής Γιαννακίδου

Ωστόσο, η ίδρυση του μουσείου αποτελεί μόλις μία μικρή ψηφίδα στο τεράστιο ψηφιδωτό των δραστηριοτήτων της. Η Αγγελική Γιαννακίδου καταγράφει με εξωπραγματική ενέργεια και ζωντάνια έθιμα, συνταγές, ιστορίες και παραδόσεις, αναδεικνύοντας το πολύχρωμο πολιτισμικό υφαντό της Θράκης. Θα την εντοπίσεις σε απομακρυσμένα χωριά να κεντάει με μεγάλες γυναίκες τις ντόπιες τεχνοτροπίες και να τις μαθαίνει στις νεότερες, όχι απλώς σαν μια απασχόληση για τον (έτσι κι αλλιώς λιγοστό) ελεύθερο χρόνο τους, αλλά σαν έναν δημιουργικό τρόπο να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία. Αυτό γίνεται αντιληπτό και στο ίδιο το μουσείο και στο πωλητήριό του. Όλα τα αντικείμενα, χρηστικά και διακοσμητικά, που πωλούνται εκεί, είναι φτιαγμένα κυρίως από γυναίκες κάθε εθνοτικής ομάδας στη Θράκη, με το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τις πωλήσεις να επιστρέφει στις ίδιες, ενισχύοντας έτσι τη θέση τους στην κοινωνία και συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική και κοινωνική τους χειραφέτηση.

Παραδοσιακές φορεσιές της Θράκης, εκθέματα στο Μουσείο. / φωτογραφία: Μιχάλης Παππάς

Με την ίδια ζέση στην επιτόπια έρευνα, η Αγγελική Γιαννακίδου εντοπίζει παμπάλαιες παραδοσιακές τεχνικές παρασκευής και συντήρησης τροφών και ενθαρρύνει έμπρακτα τη διατήρησή τους, ενώ με τη βοήθεια ντόπιων παραγωγών και μαγείρων αναβιώνει βυζαντινά προϊόντα διατροφής και συνταγές που έχει ανακαλύψει σε παλιά χειρόγραφα. Η έρευνα και η αναβίωση διατροφικών συνηθειών και συνταγών από τα βάθη του χρόνου την καθιστούν πολύτιμη σύμβουλο ακόμη και έμπειρων ντόπιων σεφ, οι οποίοι, πλέον, παρουσιάζουν με υπερηφάνεια στα μενού τους τοπικά θρακιώτικα πιάτα, με πρώτες ύλες αποκλειστικά από ντόπιους παραγωγούς, με άμεσο θετικό αντίκτυπο στις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες.

Η Αγγελική Γιαννακίδου εδώ και δεκαετίες καταγράφει έθιμα, συνταγές, ιστορίες της Θράκης./ φωτογραφία: Αρχείο Αγγελικής Γιαννακίδου

Αυτό που τελικά κατάφερε η Αγγελική Γιαννακίδου είναι ότι έβγαλε στο φως τον πολιτισμικό πλούτο της Θράκης, του έδωσε νέα πνοή, όχι σαν ένα κειμήλιο, αλλά ως ένα πλήρως λειτουργικό και ολοζώντανο κομμάτι του θρακιώτικου λαϊκού πολιτισμού, που εξακολουθεί να αναπνέει και να εξελίσσεται μέσα από σύγχρονες μορφές παραγωγικής διαδικασίας.Το όφελος είναι τεράστιο και πολλαπλό, καθώς, εκτός από την ανάδειξη της πολιτισμικής ταυτότητας της Θράκης, βοηθά τους Θρακιώτες ακρίτες να νιώθουν υπερήφανοι για τον τόπο τους και τη μοναδικότητά του. Αυτός είναι και ο λόγος που τη βράβευσε φέτος ο Γαστρονόμος. Είναι ένα μικρό «ευχαριστώ» για την πολυετή, πολυσχιδή και τόσο σημαντική προσφορά της, μέσα από την οποία σήμερα βλέπουμε τη Θράκη με τα δικά της μάτια.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 214.